Μετάβαση στο περιεχόμενο

διεγνωσμένοι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

διεγνωσμένοι και λιγότερο λόγια διαγνωσμένοι

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]