διεισδυτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική διεισδυτικός διεισδυτική διεισδυτικό
γενική διεισδυτικού διεισδυτικής διεισδυτικού
αιτιατική διεισδυτικό διεισδυτική διεισδυτικό
κλητική διεισδυτικέ διεισδυτική διεισδυτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διεισδυτικοί διεισδυτικές διεισδυτικά
γενική διεισδυτικών διεισδυτικών διεισδυτικών
αιτιατική διεισδυτικούς διεισδυτικές διεισδυτικά
κλητική διεισδυτικοί διεισδυτικές διεισδυτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διεισδυτικός < βαθύς: βαθύ βλέμμα

διαπεραστικός: διαπεραστική ματιά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διεισδυτικός

  1. Πρότυπο:που έχει την ικανότητα να διεισδύει, να εμβαθύνει.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]