διεμπλοκή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διεμπλοκή διεμπλοκές
γενική διεμπλοκής διεμπλοκών
αιτιατική διεμπλοκή διεμπλοκές
κλητική διεμπλοκή διεμπλοκές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

διεμπλοκή < δι-/διά + εμπλοκή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διεμπλοκή (el)

  1. σύμπλεξη, περιπλοκή
  2. (φυσική) κβαντικός εναγκαλισμός