διεξαχθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διεξαχθείς μετοχή αορίστου του ρήματος διεξάγομαι (καθαρεύουσα)

Μετοχή[επεξεργασία]

διεξαχθείς, διεξαχθείσα, διεξαχθέν

  1. που έχει διεξαχθεί, έχει συμβεί, έχει λάβει χώρα, για κάτι που γίνεται συνήθως με προσπάθεια, δυσκολία
    • οι διεξαχθείσες εκλογές / έρευνες /
    • κατά τους διεξαχθέντες αγώνες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Κλίση[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  δοθείς που κλίνεται με παρόμοιο τρόπο στη νεοελληνική και όπου μπορείτε να βρείτε και τους τύπους και τις καταλήξεις αρχαίας ελληνικής και καθαρεύουσας (μόνον που η καθαρεύουσα δεν έκανε χρήση του δυικού)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

(να, όταν) διεξαχθείς

  • β΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγομαι