διεστραμμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διεστραμμένος < (ελληνιστική κοινή), μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαστρέφω < δια + αρχαία ελληνική στρέφω
Μετοχή
[επεξεργασία]διεστραμμένος, -η, -ο
- που παρεκκλίνει από το αντικειμενικά φυσιολογικό, που ρέπει προς το ανώμαλο
- ※ Διαβάζοντας την είδηση, χρειάστηκε να ελέγξω 3 φορές για να σιγουρευτώ πως το ημερολόγιο δεν έγραφε ακόμη "1η Απριλίου" και ότι κάποιος αναίσθητος φαρσέρ, με άκρως διεστραμμένη και αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ, δεν προσπαθούσε να μας βάλει στο πνεύμα της δικής του ψυχανωμαλίας. (Ευτυχώς, δεν είναι εντελώς τυφλή! Αλλά…, Capital, 5/4/2023 )
- παραμορφωμένος, παραποιημένος, στρεβλός
- ※ Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμοί, Πρακτική Βιωματική Φιλοσοφία, εκδ. Ακακία, 2016)