διεστώτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική διεστώτα
γενική διεστώτων
αιτιατική διεστώτα
κλητική διεστώτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διεστώτα < αρχαία ελληνική διεστῶτα, ουδέτερο του διεστώς, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διίσταμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διεστώτα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

(λόγιο)
  1. αυτά που είναι χωρισμένα ή χωριστά
  2. αυτά που έχουν διαφορές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]