διευθέτηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διευθέτηση | οι | διευθετήσεις |
| γενική | της | διευθέτησης* | των | διευθετήσεων |
| αιτιατική | τη | διευθέτηση | τις | διευθετήσεις |
| κλητική | διευθέτηση | διευθετήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, διευθετήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διευθέτηση < (ελληνιστική κοινή)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διευθέτηση θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διευθετώ
- ※ Η σκηνική διευθέτηση είναι παρόμοια και στα δυο έργα εφόσον οι θρήνοι της Ιοκάστης ακολουθούν την ίδια τεχνική της αποσωματοποιημένης φωνής (voice-off) από τα παρασκήνια, όπως οι κραυγές της Κλυταιμνήστρας στο προηγούμενο έργο. (Ιωσήφ Βιβιλάκης, Στέφανος: a tribute to Walter Puchner, 2007, σελ. 1049)
- ※ Προβλέπει ενδεικτικά: Μεγαλύτερες ελευθερίες για τους εργαζόμενους στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, πχ την δυνατότητα για έναν εργαζόμενο γονέα να εργάζεται 4 ημέρες την εβδομάδα και να είναι με το παιδί του την 5η ημέρα για όλο τον χρόνο, και όχι μόνο για ένα εξάμηνο που ισχύει σήμερα (www.tovima.gr, 25.08.2025)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διευθέτηση