διευθυντήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διευθυντήριο διευθυντήρια
γενική διευθυντηρίου διευθυντηρίων
αιτιατική διευθυντήριο διευθυντήρια
κλητική διευθυντήριο διευθυντήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διευθυντήριο < διευθυντής + -τήριο < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική directoire

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ε.fθin.ˈdi.ɾi.ɔ/ και /ðʝε.fθin.ˈdi.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διευθυντήριο ουδέτερο

  1. (πολιτική) σύστημα στο οποίο μια ομάδα ανθρώπων κυβερνάνε μια χώρα, μοιράζοντας από κοινού τους ρόλους του αρχηγού κράτους και της κυβερνήσεως (στην εποχή μσς: Ελβετία, Σαν Μαρίνο)
  2. (κατ’ επέκταση) (μειωτικά) ολιγομελής (παράτυπη ή νόμιμη) ομάδα λήψης αποφάσεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]