διεφθαρμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διεφθαρμένος διεφθαρμένη διεφθαρμένο
γενική διεφθαρμένου διεφθαρμένης διεφθαρμένου
αιτιατική διεφθαρμένο διεφθαρμένη διεφθαρμένο
κλητική διεφθαρμένε διεφθαρμένη διεφθαρμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διεφθαρμένοι διεφθαρμένες διεφθαρμένα
γενική διεφθαρμένων διεφθαρμένων διεφθαρμένων
αιτιατική διεφθαρμένους διεφθαρμένες διεφθαρμένα
κλητική διεφθαρμένοι διεφθαρμένες διεφθαρμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διεφθαρμένος: αρχαία ελληνική διεφθαρμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαφθείρω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική corrompu)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

διεφθαρμένος αρσενικό, διεφθαρμένη θηλυκό, διεφθαρμένο ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]