Μετάβαση στο περιεχόμενο

διηνεκής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διηνεκής η διηνεκής το διηνεκές
      γενική του διηνεκούς* της διηνεκούς του διηνεκούς
    αιτιατική τον διηνεκή τη διηνεκή το διηνεκές
     κλητική διηνεκή(ς) διηνεκής διηνεκές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διηνεκείς οι διηνεκείς τα διηνεκή
      γενική των διηνεκών των διηνεκών των διηνεκών
    αιτιατική τους διηνεκείς τις διηνεκείς τα διηνεκή
     κλητική διηνεκείς διηνεκείς διηνεκή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διηνεκής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διηνεκής

Επίθετο

[επεξεργασία]

διηνεκής, -ής, -ές

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / διηνεκής τὸ διηνεκές
      γενική τοῦ/τῆς διηνεκοῦς τοῦ διηνεκοῦς
      δοτική τῷ/τῇ διηνεκεῖ τῷ διηνεκεῖ
    αιτιατική τὸν/τὴν διηνεκ τὸ διηνεκές
     κλητική ! διηνεκές διηνεκές
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ διηνεκεῖς τὰ διηνεκ
      γενική τῶν διηνεκῶν τῶν διηνεκῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς διηνεκέσ(ν) τοῖς διηνεκέσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς διηνεκεῖς τὰ διηνεκ
     κλητική ! διηνεκεῖς διηνεκ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ διηνεκεῖ τὼ διηνεκεῖ
      γεν-δοτ τοῖν διηνεκοῖν τοῖν διηνεκοῖν
Ονομαστική πληθυντικού διηνεκέες και δοτική διηνεκέεσσι(ν) στον Όμηρο.
3η κλίση, Κατηγορία 'συνεχής' όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διηνεκής < (διά) δι- + -ηνεκής (< -ηνεκ + -ής) < θέμα ενεκ- με έκταση του αρχικού φωνήεντος στη σύνθεση < ἐνεγκεῖν  δείτε τη λέξη ἤνεγκον (β' αόριστος του φέρω)[1]

Επίθετο

[επεξεργασία]

διηνεκής, -ής, -ές

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.