διηνεκής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | διηνεκής | η | διηνεκής | το | διηνεκές |
| γενική | του | διηνεκούς* | της | διηνεκούς | του | διηνεκούς |
| αιτιατική | τον | διηνεκή | τη | διηνεκή | το | διηνεκές |
| κλητική | διηνεκή(ς) | διηνεκής | διηνεκές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | διηνεκείς | οι | διηνεκείς | τα | διηνεκή |
| γενική | των | διηνεκών | των | διηνεκών | των | διηνεκών |
| αιτιατική | τους | διηνεκείς | τις | διηνεκείς | τα | διηνεκή |
| κλητική | διηνεκείς | διηνεκείς | διηνεκή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διηνεκής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διηνεκής
Επίθετο
[επεξεργασία]διηνεκής, -ής, -ές
- (λόγιο) που διαρκεί επ' άπειρον, χωρίς να διακόπτεται, χωρίς σταματημό
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]- στιγμιαίος
- επίσης, ακαριαίος, παροδικός, σύντομος, φευγαλέος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- εις το διηνεκές: διαρκώς στο μέλλον, επ' άπειρον
Συγγενικά
[επεξεργασία]- διηνεκώς (επίρρημα, λόγιο)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διηνεκής
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | διηνεκής | τὸ | διηνεκές | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | διηνεκοῦς | τοῦ | διηνεκοῦς | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | διηνεκεῖ | τῷ | διηνεκεῖ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | διηνεκῆ | τὸ | διηνεκές | ||
| κλητική ὦ! | διηνεκές | διηνεκές | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | διηνεκεῖς | τὰ | διηνεκῆ | ||
| γενική | τῶν | διηνεκῶν | τῶν | διηνεκῶν | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | διηνεκέσῐ(ν) | τοῖς | διηνεκέσῐ(ν) | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | διηνεκεῖς | τὰ | διηνεκῆ | ||
| κλητική ὦ! | διηνεκεῖς | διηνεκῆ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | διηνεκεῖ | τὼ | διηνεκεῖ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | διηνεκοῖν | τοῖν | διηνεκοῖν | ||
| Ονομαστική πληθυντικού διηνεκέες και δοτική διηνεκέεσσι(ν) στον Όμηρο. | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'συνεχής' όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]διηνεκής, -ής, -ές
- αέναος, αδιάσπαστος, συνεχής, αδιάκοπος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 13 (ν. Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων καὶ ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 195
- ἀτραπιτοί τε διηνεκέες λιμένες τε πάνορμοι πέτραι τ' ἠλίβατοι καὶ δένδρεα τηλεθάοντα.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 13 (ν. Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων καὶ ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 195
Παράγωγα
[επεξεργασία]Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- διηνεκής - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- διηνεκής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα δι- από το δια- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'συνεχής' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα δι- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ηνεκής (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)