δικάταρτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δικάταρτος δικάταρτη δικάταρτο
γενική δικάταρτου δικάταρτης δικάταρτου
αιτιατική δικάταρτο δικάταρτη δικάταρτο
κλητική δικάταρτε δικάταρτη δικάταρτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δικάταρτοι δικάταρτες δικάταρτα
γενική δικάταρτων δικάταρτων δικάταρτων
αιτιατική δικάταρτους δικάταρτες δικάταρτα
κλητική δικάταρτοι δικάταρτες δικάταρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικάταρτος < δι- + κατάρτι + -ος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δικάταρτος

  1. που έχει δύο κατάρτια
  2. (ουσιαστικοποιημένο) δικάταρτο: το ιστιοφόρο με δύο κατάρτια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]