Μετάβαση στο περιεχόμενο

δικαιόχρηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δικαιόχρηση οι δικαιοχρήσεις
      γενική της δικαιόχρησης* των δικαιοχρήσεων
    αιτιατική τη δικαιόχρηση τις δικαιοχρήσεις
     κλητική δικαιόχρηση δικαιοχρήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, δικαιοχρήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δικαιόχρηση < δίκαι(ος) + -ο- + χρήση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική franchising)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ði.ceˈo.xɾi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δικαιόχρηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δικαιόχρηση θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • δικαιόχρηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)