δικαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : δικαϊκός, δικανικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δικαστικός δικαστική δικαστικό
γενική δικαστικού δικαστικής δικαστικού
αιτιατική δικαστικό δικαστική δικαστικό
κλητική δικαστικέ δικαστική δικαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δικαστικοί δικαστικές δικαστικά
γενική δικαστικών δικαστικών δικαστικών
αιτιατική δικαστικούς δικαστικές δικαστικά
κλητική δικαστικοί δικαστικές δικαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικαστικός (επίθετο) < αρχαία ελληνική δικαστικός < δικάζω < δίκη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deyḱ-
δικαστικός (ουσιαστικό) < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου δικαστικός < αρχαία ελληνική δικαστικός < δικάζω < δίκη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deyḱ-

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δικαστικός, -ή, -ό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δικαστικός αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]