δικηγόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δικηγόρος δικηγόροι
γενική δικηγόρου δικηγόρων
αιτιατική δικηγόρο δικηγόρους
κλητική δικηγόρε δικηγόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικηγόρος < μεσαιωνική ελληνική δικήγορος < δίκη (< αρχαία ελληνική δίκη) + -ήγορος (< αρχαία ελληνική ἀγορεύω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ci.ˈɣɔ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δικηγόρος αρσενικό (θηλυκό: δικηγόρος & δικηγορίνα)

  1. (νομικός όρος) νομικός που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί ή να χειριστεί τα συμφέροντα κάποιου πελάτη του σε δικαστήριο ή όπου αλλού χρειάζεται, να δώσει νομικές συμβουλές κ.λπ.
  2. (κατ’ επέκταση) κάποιος που αυτόκλητος παρεμβαίνει προς υποστήριξη κάποιου ή κάποιας άποψης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]