δικολαβικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]δικολαβικός
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- δικολαβικά
- → δείτε τις λέξεις δικολάβος, δίκη και λαμβάνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δικολαβικός
|
|