δικτυώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δικτυώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος δικτυώνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

δικτυώνομαι , στιγμ. μέλλ.: θα δικτυωθώ, αόρ.: δικτυώθηκα , μτχ.π.π.: δικτυωμένος

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]