δικτύωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δικτύωση δικτυώσεις
γενική δικτύωσης
& δικτυώσεως
δικτυώσεων
αιτιατική δικτύωση δικτυώσεις
κλητική δικτύωση δικτυώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δικτύωση < δικτύωσις < δικτυώνω + -σις < δίκτυο < αρχαία ελληνική δίκτυον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δικτύωση θηλυκό

  1. η σύνδεση ή ενσωμάτωση σε κάποιο δίκτυο
  2. (τεχνολογία) (πληροφορική) η σύνδεση μονάδων (υπολογιστών, κινητών κ.ά.) σε κάποιο τοπικό ή ευρύτερο δίκτυο
  3. (μεταφορικά) οι γνωριμίες που κάνει κάποιος
  4. η περίφραξη με κάποιο δικτυωτό πλέγμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]