δικότυλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δικότυλος δικότυλη δικότυλο
γενική δικότυλου δικότυλης δικότυλου
αιτιατική δικότυλο δικότυλη δικότυλο
κλητική δικότυλε δικότυλη δικότυλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δικότυλοι δικότυλες δικότυλα
γενική δικότυλων δικότυλων δικότυλων
αιτιατική δικότυλους δικότυλες δικότυλα
κλητική δικότυλοι δικότυλες δικότυλα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικότυλος < αρχαία ελληνική δικότυλος < δι- + κοτύλη

Επίθετο[επεξεργασία]

δικότυλος, -η, -ο

  1. (βοτανική) δικοτυλήδονος
  2. (ζωολογία) γένος θηλαστικών, που ανήκει στην οικογένεια τωνν συϊδών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική δικότυλος δικοτύλη δικότυλον δικότυλοι δικότυλαι δικότυλα
Γενική δικοτύλου δικοτύλης δικοτύλου δικοτύλων δικοτύλων δικοτύλων
Δοτική δικοτύλῳ δικοτύλῃ δικοτύλῳ δικοτύλοις δικοτύλαις δικοτύλοις
Αιτιατική δικότυλον δικοτύλην δικότυλον δικοτύλους δικοτύλας δικότυλα
Κλητική δικότυλε δικοτύλη δικότυλον δικότυλοι δικότυλαι δικότυλα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική δικοτύλω δικοτύλα
Γενική-Δοτική δικοτύλοιν δικοτύλαιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικότυλος < δι- + κοτύλη

Επίθετο[επεξεργασία]

δικότυλος, -η, -ο

  1. (βοτανική) δικοτυλήδονος
  2. που χωράει δύο κοτύλες
  3. (ουσιαστικοποιημένο) δικότυλον: μέτρο που μετράμε τη χωρητικότητα και ισούται με δύο κοτύλες
     συνώνυμα: δικοτύλιον