Μετάβαση στο περιεχόμενο

διομολογήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

διομολογήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διομολογώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
  3. θα διομολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διομολογώ