διομολόγηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διομολόγηση διομολογήσεις
γενική διομολόγησης
& διομολογήσεως
διομολογήσεων
αιτιατική διομολόγηση διομολογήσεις
κλητική διομολόγηση διομολογήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διομολόγηση < (λόγιο) < ελληνιστική κοινή διομολόγησις < αρχαία ελληνική διομολογέω / διομολογῶ < ὁμολογέω / ὁμολογῶ < ὁμοῦ + λέγω, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική capitulation

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διομολόγηση θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]