διονυσιάζομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διονυσιάζομαι < ελληνιστική κοινή διονυσιάζω < αρχαία ελληνική Διόνυσος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ɔ.ni.si.ˈa.zɔ.mε/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διονυσιάζομαι

  1. (θρησκεία) (για πιστούς ή οπαδούς του Διονύσου) εκστασιάζομαι, καταλαμβάνομαι από έκσταση
  2. (κατ’ επέκταση) ενθουσιάζομαι, εκστασιάζομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]