διπλάσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διπλάσιος < δι- (<δύο) + -πλάσιος

Open book 01.svg Επίθετο[]

διπλάσιος, -ια, -ιο

  1. που είναι δύο φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]