διπλάσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διπλάσιος < δι- (<δύο) + -πλάσιος

Επίθετο[επεξεργασία]

διπλάσιος, -ια, -ιο

  1. που είναι δύο φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]