Μετάβαση στο περιεχόμενο

διπλή ύφεση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διπλή ύφεση <  δείτε τις λέξεις διπλός και ύφεση

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

διπλή ύφεση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]