διπλοσάγονο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διπλοσάγονο διπλοσάγονα
γενική διπλοσάγονου διπλοσάγονων
αιτιατική διπλοσάγονο διπλοσάγονα
κλητική διπλοσάγονο διπλοσάγονα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διπλοσάγονο < διπλός + σαγόνι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διπλοσάγονο ουδέτερο

  1. η χαλαρότητα του δέρματος στο λαιμό που δίνει την εντύπωση ενός δεύτερου σαγονιού


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]