διπλοσύμπλεκτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διπλοσύμπλεκτος < διπλο- + συμπλέκτης + -ος
Επίθετο
[επεξεργασία]διπλοσύμπλεκτος, -η, -ο
- (μηχανολογία) που αναφέρεται σε ένα σύστημα που χρησιμοποιεί δύο συμπλέκτες (αντί για έναν) για τη μεταφορά της ισχύος από τον κινητήρα μέσω του κιβωτίου ταχυτήτων στους τροχούς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διπλοσύμπλεκτος