διπλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διπλός < αρχαία ελληνική διπλοῦς

Open book 01.svg Επίθετο[]

διπλός, -ή, -ό

  1. πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
    1. που αποτελείται από δύο όμοια τμήματα ή φάσεις
      η χαρά μας σήμερα είναι διπλή, αφού γιορτάζει ο γιος μας και η κόρη μας έπιασε δουλειά
    2. που εμφανίζεται με δύο διαφορετικές μορφές
      τόσα χρόνια ζούσε διπλή ζωή· κανείς δεν είχε καταλάβει ότι ήταν δίγαμος
    3. που υπάρχει σε δύο αντίγραφα, αντίτυπα κλπ
      Η διπλή ζωή της Βερόνικα (τίτλος ταινίας του Κριστόφ Κισλόφσκι)
      αντάλλαξα τα γραμματόσημα που τα είχα διπλά
  2. διπλάσιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: διπλο-


32πχ Μεταφράσεις[]