διπλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διπλώνω < διπλός + -ώνω < αρχαία ελληνική διπλόος / διπλοῦς < δι- + -πλόος / -πλοῦς (βλ. αρχαία ελληνική διπλόω / διπλῶ < διπλόος)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διπλώνω

  1. φέρνω κομμάτια εύκαμπτου επίπεδου αντικείμενου, ώστε να ακουμπήσουν χωρίς να σκιστεί το αντικείμενο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]