διπρόσωπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική διπρόσωπος διπρόσωπη διπρόσωπο
γενική διπρόσωπου διπρόσωπης διπρόσωπου
αιτιατική διπρόσωπο διπρόσωπη διπρόσωπο
κλητική διπρόσωπε διπρόσωπη διπρόσωπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διπρόσωποι διπρόσωπες διπρόσωπα
γενική διπρόσωπων διπρόσωπων διπρόσωπων
αιτιατική διπρόσωπους διπρόσωπες διπρόσωπα
κλητική διπρόσωποι διπρόσωπες διπρόσωπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

διπρόσωπος < ελληνιστική κοινή διπρόσωπος < δι- (< δύο) + αρχαία ελληνική πρόσωπο

Open book 01.svg Επίθετο

διπρόσωπος -η -ο

  1. (κυριολεκτικά) που έχει δύο πρόσωπα
    Ο διπρόσωπος ρωμαϊκός θεός Ιανός
  2. (μεταφορικά) που εμφανίζεται με δύο πρόσωπα, ο υποκριτής
    Ο διπρόσωπος! Μας έκανε το φίλο και από πίσω μας μας έσκαβε το λάκκο.
    συνώνυμα: δίμουρος

Συγγενικές λέξεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις