δισέγγονος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δισέγγονος δισέγγονοι
γενική δισέγγονου δισέγγονων
αιτιατική δισέγγονο δισέγγονους
κλητική δισέγγονε δισέγγονοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δισέγγονος < δις + εγγονός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δισέγγονος αρσενικό

  1. το παιδί του εγγονού μας ή της εγγονής μας

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

  1. δισέγγονο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]