διστάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διστάζω < αρχαία ελληνική διστάζω

Ρήμα[επεξεργασία]

διστάζω

  • το να μην είμαι σίγουρος/-η
    "Γιατί διστάζεις;" ρώτησε ο Νικήτας που μ' έβλεπε αναποφάσιστη. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]