διστάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διστάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διστάζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðiˈsta.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δι‐στά‐ζω

Ρήμα[επεξεργασία]

διστάζω, αόρ.: δίστασα (χωρίς παθητική φωνή)

  • το να μην είμαι σίγουρος/-η
    ※  "Γιατί διστάζεις;" ρώτησε ο Νικήτας που μ' έβλεπε αναποφάσιστη. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, 1976 [μυθιστόρημα])

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διστάζω < *δι-στός (που στέκεται ανάμεσα, ταλαντευόμενος) < (δίς) δι- + στ- (μεταπτωτική βαθμίδα όπως και στο ἵστημι) + -άζω [1]

Ρήμα[επεξεργασία]

διστάζω

Αναφορές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]