δισύλλαβος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δισύλλαβος δισύλλαβη δισύλλαβο
γενική δισύλλαβου δισύλλαβης δισύλλαβου
αιτιατική δισύλλαβο δισύλλαβη δισύλλαβο
κλητική δισύλλαβε δισύλλαβη δισύλλαβο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δισύλλαβοι δισύλλαβες δισύλλαβα
γενική δισύλλαβων δισύλλαβων δισύλλαβων
αιτιατική δισύλλαβους δισύλλαβες δισύλλαβα
κλητική δισύλλαβοι δισύλλαβες δισύλλαβα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δισύλλαβος < ελληνιστική κοινή δισύλλαβος < δι- + αρχαία ελληνική συλλαβή < συλλαμβάνω < σύν + λαμβάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sleh₂gʷ-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈsi.la.vɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δισύλλαβος

  1. που έχει (ή αποτελείται από) δύο συλλαβές
  2. (ουσιαστικοποιημένο) το δισύλλαβο: η λέξη που αποτελείται από δύο συλλαβές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]