διττός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διττός διττή διττό
γενική διττού διττής διττού
αιτιατική διττό διττή διττό
κλητική διττέ διττή διττό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διττοί διττές διττά
γενική διττών διττών διττών
αιτιατική διττούς διττές διττά
κλητική διττοί διττές διττά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διττός < αρχαία ελληνική διττός

Επίθετο[επεξεργασία]

διττός

  • που είναι διπλός ή που έχει δύο μορφές
    το όφελος απεδείχθη διττό, και ηθικό και οικονομικό
    στις συναντήσεις μας παρουσίαζε διττή συμπεριφορά

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική διττός διττή διττόν διττοί διτταί διττά
Γενική διττοῦ διττῆς διττοῦ διττῶν διττῶν διττῶν
Δοτική διττῷ διττῇ διττῷ διττοῖς διτταῖς διττοῖς
Αιτιατική διττόν διττήν διττόν διττούς διττάς διττά
Κλητική διττέ διττή διττόν διττοί διτταί διττά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική διττώ διττά
Γενική-Δοτική διττοῖν διτταῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διττός < δίς

Επίθετο[επεξεργασία]

διττός

  1. αττικός τύπος του δισσός