διυλίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διυλίζω < ελληνιστική κοινή διυλίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διυλίζω (παθητικό διυλίζομαι)

  1. αφαιρώ τις προσμείξεις από ένα υγρό, φιλτράρω
  2. αναλύω κάτι με επιμονή και σχολαστικότητα
    διυλίζω τον κώνωπα και καταπίνω την κάμηλον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διυλίζω < διά + αρχαία ελληνική ὕλη + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διυλίζω