διφορούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: δίφορος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διφορούμενος η διφορούμενη το διφορούμενο
      γενική του διφορούμενου της διφορούμενης του διφορούμενου
    αιτιατική τον διφορούμενο τη διφορούμενη το διφορούμενο
     κλητική διφορούμενε διφορούμενη διφορούμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διφορούμενοι οι διφορούμενες τα διφορούμενα
      γενική των διφορούμενων των διφορούμενων των διφορούμενων
    αιτιατική τους διφορούμενους τις διφορούμενες τα διφορούμενα
     κλητική διφορούμενοι διφορούμενες διφορούμενα
Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διφορούμενος < ελληνιστική κοινή διφορούμενος, μετοχή μέσου ενεστώτα του ρήματος διφορέω, (δις) δι- - αρχαία ελληνική μετοχή του φορέω

Μετοχή[επεξεργασία]

διφορούμενος, -η, -ο

  • που μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους
διφορούμενα λόγια

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διφορούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διφορέω < (δίς) δι- + μετοχή του φορέω

Μετοχή[επεξεργασία]

διφορούμενος, -η, -ον

  1. (για λέξεις) που γράφεται ή προφέρεται με δύο διαφορετικούς τρόπους
    • διφορούμενος (συλλογισμός/ λόγος): ο συλλογισμός στον οποίο η προϋπόθεση ταυτίζεται με το συμπέρασμα
      ※  τοιοῦτοι δὲ καὶ οἱ διφορούμενοι͵ οἷός ἐστιν εἰ ἡμέρα ἐστίν͵ ἡμέρα ἐστίν· ἀλλὰ μὴν ἡμέρα ἐστίν· ἡμέρα ἄρα ἐστίν. (Αλέξανδρος Αφροδισιεύς, Εις Το Α των Αριστοτέλους Αναλυτικών Προτέρων Υπόμνημα, 18.17)