διχλωρίδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διχλωρίδιο διχλωρίδια
γενική διχλωριδίου διχλωριδίων
αιτιατική διχλωρίδιο διχλωρίδια
κλητική διχλωρίδιο διχλωρίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διχλωρίδιο < δι- + χλωρίδιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διχλωρίδιο ουδέτερο

  1. (χημεία): οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρονται δύο άτομα χλωρίου

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]