διχοτομία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διχοτομία διχοτομίες
γενική διχοτομίας διχοτομιών
αιτιατική διχοτομία διχοτομίες
κλητική διχοτομία διχοτομίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διχοτομία < αρχαία ελληνική διχοτομία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διχοτομία θηλυκό

  1. η διαίρεση ενός συνόλου σε δύο αντιτιθέμενα μεταξύ τους μέρη
    Ωστόσο, όλοι ξέρουμε σήμερα ότι ο αφορισμός δεν στάθηκε ικανός να αποτρέψει την επαναστατική κίνηση. Ετσι ενεργοποιήθηκε μια νέα διχοτομία: χριστιανοί-αποστάτες, μουσουλμάνοι-αμυνόμενοι, η οποία συνέχιζε ανεστραμμένη την προαιώνια και δομική διχοτομία της οθωμανικής αυτοκρατορίας: χριστιανοί-υποτελείς, μουσουλμάνοι-κυρίαρχοι. (Β. Παναγιωτόπουλος, Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα , από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]