διψομανής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διψομανής διψομανής διψομανές
γενική διψομανούς διψομανούς διψομανούς
αιτιατική διψομανή διψομανή διψομανές
κλητική διψομανή(ς) διψομανής διψομανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διψομανείς διψομανείς διψομανή
γενική διψομανών διψομανών διψομανών
αιτιατική διψομανείς διψομανείς διψομανή
κλητική διψομανείς διψομανείς διψομανή


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διψομανής < δίψα + μανία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διψομανής αρσενικό

  1. αυτός που έχει μανία με τη δίψα, που διψάει συνεχώς
Ό διψομανής δέν προτιμά κατ' ανάγκην τά οίνοπνευματούχα ποτά, άλλα συχνά πίνει κάθε είδους υγρό, δπως τεράστιες ποσότητες νερού, γάλακτος κ.ά., καί καμιά φορά ουσίες μέ ναρκωτική δράση (Εγκυκλοπαίδεια Δομή)
Έκ φύσεως διψομανής, έπινα τρείς καί τέσσερις φορές πάνω από τά όρια της αντοχής μου (Σύνδρομο αγοραφοβίας, Εκδόσεις Καστανιώτη 1998)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]