Μετάβαση στο περιεχόμενο

διω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Διώ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈðʝo/ (με συνίζηση - προσέγγιση προφοράς όπως στην κοινή)
ομόηχο: δυο

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

διω (ιδιωματικό) Ανατολική Ρουμελία, Βιθυνία, Θάσος, Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Μύκονος, Νίσυρος, Προποντίδα, Τήνος

  • ιδιωματική μορφή του δω, εξαρτημένου τύπου του ρήματος βλέπω
      Μαρία Ιορδανίδου (1963) Λωξάντρα [μυθιστόρημα], 52η έκδοση, γραφή: πολυτονική, σελ.137.
    Γλυκοκοιτάζει ὁ Καραγκιόζης τὴν ὄμορφη ἀρμενοπούλα καὶ τραγουδᾶ μὲ πάθος:
    —Ἔλα, Μαργαρώ μου, ἔλα νὰ σὲ διῶ.
    —Ψαράκια τηγανίζω μέσ’ στὸ μαγερειό.
    —Ἄσ’ τα νὰ καοῦνε, κ’ ἔβγα νὰ σὲ διῶ,
    γιατὶ, Μαριγουλάκι μου, πολὺ σὲ ἀγαπῶ.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]
  • διώ (γραφή με επεξηγηματικό τόνο)
  • παλιότερες γραφές, πολυτονικό: διῶ, 'διῶ

Ρηματικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • βλέπω@TLG -  Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (19332022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)



Κυπριακά (el-cyp)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διω < για την προφορά με [ðɟ], ... λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈðɟo/ (με συνίζηση)

διω

  • δίνω
    παράδειγμα  Δεν τους διουν ψωμίν να φαν.
    παράδειγμα  Γιώρκο, διας μου τη γόμμαν σου σε παρακαλώ;

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]
  • διώ (γραφή με επεξηγηματικό τόνο)
  • παλιότερες γραφές, πολυτονικό: διῶ, διᾶς

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

επίσης

Ρηματικοί τύποι

[επεξεργασία]

ενεστώτας

προστακτικές

αόριστος, αοριστικό θέμα