διωγμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: δίωξη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διωγμός οι διωγμοί
      γενική του διωγμού των διωγμών
    αιτιατική τον διωγμό τους διωγμούς
     κλητική διωγμέ διωγμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διωγμός < αρχαία ελληνική διωγμός < διώκω < δίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dih₁- (κινώ γρήγορα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ɔɣ.ˈmɔs/ και /ðʝɔɣ.ˈmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διωγμός αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]