διόραμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διόραμα < αγγλικά: diorama (en) < διά, δι- + όραμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διόραμα ουδέτερο

  1. τρισδιάστατη απεικόνιση σκηνής (ανεξαρτήτως μεγέθους, θεματολογίας ή υλικού προβολής ή κατασκευής)
    • πχ. γιγαντοαφίσα σε μουσείο μπροστά από την οποία έχουν τοποθετηθεί πλαστικά φυτά και ομοιώματα ζώων συνθέτωντας ένα ρεαλιστικό τρισδιάστατο στιγμιότυπο το οποίο συνήθως προσομοιάζει συγκεκριμένη περιοχή και γεωλογική περίοδο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]