διώροφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διώροφος < πρόθημα δι– και όροφος με αντέκταση του ο σε ω κατά την σύνθεση.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διώροφος

  1. ο έχων δύο ορόφους, δίπατος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]