Μετάβαση στο περιεχόμενο

δνόφος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γνόφος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δνόφος οἱ δνόφοι
      γενική τοῦ δνόφου τῶν δνόφων
      δοτική τῷ δνόφ τοῖς δνόφοις
    αιτιατική τὸν δνόφον τοὺς δνόφους
     κλητική ! δνόφε δνόφοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δνόφω
γεν-δοτ τοῖν  δνόφοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δνόφος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δνόφος, -ου αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]