δοκίμιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: δοκίμι, δοκιμή, δόκιμος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δοκίμιο τα δοκίμια
      γενική του δοκιμίου των δοκιμίων
    αιτιατική το δοκίμιο τα δοκίμια
     κλητική δοκίμιο δοκίμια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοκίμιο < δοκιμή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοκίμιο ουδέτερο

  1. γραπτό κείμενο μέτριας έκτασης και καλλιεργημένου ύφους με το οποίο ο συγγραφέας αποπειράται να διερευνήσει θεωρητικά ένα φιλοσοφικό, κοινωνικό, ιστορικό, φιλολογικό ζήτημα
    • το αντίστοιχο είδος του γραπτού λόγου
  2. (τυπογραφία) η πρώτη πρόχειρη εκτύπωση ενός κειμένου που πρέπει να ελεγχθεί για λάθη και να λάβει την τελική του μορφή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]