δοκησίσοφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δοκησίσοφος δοκησίσοφη δοκησίσοφο
γενική δοκησίσοφου δοκησίσοφης δοκησίσοφου
αιτιατική δοκησίσοφο δοκησίσοφη δοκησίσοφο
κλητική δοκησίσοφε δοκησίσοφη δοκησίσοφο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δοκησίσοφοι δοκησίσοφες δοκησίσοφα
γενική δοκησίσοφων δοκησίσοφων δοκησίσοφων
αιτιατική δοκησίσοφους δοκησίσοφες δοκησίσοφα
κλητική δοκησίσοφοι δοκησίσοφες δοκησίσοφα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοκησίσοφος < αρχαία ελληνική δοκησίσοφος < δοκῶ + σοφός

Επίθετο[επεξεργασία]

δοκησίσοφος, -η, -ο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]