δοκιμή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : δοκίμι, δόκιμος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοκιμή δοκιμές
γενική δοκιμής δοκιμών
αιτιατική δοκιμή δοκιμές
κλητική δοκιμή δοκιμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοκιμή < ελληνιστική κοινή δοκιμή < αρχαία ελληνική δόκιμος < δέχομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deḱ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοκιμή θηλυκό

  1. απόπειρα, προσπάθεια
  2. έλεγχος της καλής λειτουργίας ενός συστήματος
  3. δοκίμιο
    οι "Δοκιμές" του Γ. Σεφέρη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]