δοκιμασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοκιμασία δοκιμασίες
γενική δοκιμασίας δοκιμασιών
αιτιατική δοκιμασία δοκιμασίες
κλητική δοκιμασία δοκιμασίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοκιμασία <δοκιμάζω: εξετάζω, ερευνώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοκιμασία θηλυκό

  1. η δοκιμή
  2. δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία

ως πολιτικός όρος[επεξεργασία]

ελέγχω και βρίσκω κάποιον κατάλληλο για να καταλάβει δημόσιο λειτούργημα[1]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Ξενοφών, Απομνημονεύματα ΙΙ, 2,13