δοκιμασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δοκιμασία οι δοκιμασίες
      γενική της δοκιμασίας των δοκιμασιών
    αιτιατική τη δοκιμασία τις δοκιμασίες
     κλητική δοκιμασία δοκιμασίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοκιμασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δοκιμασία < δοκιμάζω (εξετάζω, ερευνώ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοκιμασία θηλυκό

  1. η δοκιμή
  2. δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία
    ※  Μπορεί μέσα απ' αυτή τη δοκιμασία να προκύψει κάτι καλό. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, 1987 [μυθιστόρημα])
  3. (πολιτική) έλεγχος ώστε να βεβαιωθεί η καταλληλότητα υποψηφίου για να αναλάβει δημόσιο λειτούργημα → δείτε την αρχαία σημασία δοκιμασία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοκιμασία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοκιμασία θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) ζητούμενο λήμμα
  2. (πολιτική) έλεγχος για δημόσιο λειτούργημα (Ξενοφών, [Απομνημονεύματα ({βθ|Ξενοφών)/Β|Απομνημονεύματα ΙΙ, 2,13}}</ref>

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]