δοκιμασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δοκιμασία οι δοκιμασίες
      γενική της δοκιμασίας των δοκιμασιών
    αιτιατική τη δοκιμασία τις δοκιμασίες
     κλητική δοκιμασία δοκιμασίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοκιμασία <δοκιμάζω: εξετάζω, ερευνώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοκιμασία θηλυκό

  1. η δοκιμή
  2. δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία
Μπορεί μέσα απ' αυτή τη δοκιμασία να προκύψει κάτι καλό. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

ως πολιτικός όρος[επεξεργασία]

ελέγχω και βρίσκω κάποιον κατάλληλο για να καταλάβει δημόσιο λειτούργημα[1]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]