Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Νέα ελληνικά
(
el
)
Εναλλαγή
Νέα ελληνικά
(
el
)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Μετοχή
1.2.1
Μεταφράσεις
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
δοκιμασμένος
3 γλώσσες
English
Malagasy
Македонски
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Νέα ελληνικά
(
el
)
[
επεξεργασία
]
↓
πτώσεις
ενικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
ο
δοκιμασμέν
ος
η
δοκιμασμέν
η
το
δοκιμασμέν
ο
γενική
του
δοκιμασμέν
ου
της
δοκιμασμέν
ης
του
δοκιμασμέν
ου
αιτιατική
τον
δοκιμασμέν
ο
τη
δοκιμασμέν
η
το
δοκιμασμέν
ο
κλητική
δοκιμασμέν
ε
δοκιμασμέν
η
δοκιμασμέν
ο
↓
πτώσεις
πληθυντικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
οι
δοκιμασμέν
οι
οι
δοκιμασμέν
ες
τα
δοκιμασμέν
α
γενική
των
δοκιμασμέν
ων
των
δοκιμασμέν
ων
των
δοκιμασμέν
ων
αιτιατική
τους
δοκιμασμέν
ους
τις
δοκιμασμέν
ες
τα
δοκιμασμέν
α
κλητική
δοκιμασμέν
οι
δοκιμασμέν
ες
δοκιμασμέν
α
Κατηγορία
όπως «
αγαπημένος
» -
Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
δοκιμασμένος
<
μετοχή
παθητικού
παρακειμένου
δοκιμάζω
Μετοχή
[
επεξεργασία
]
δοκιμασμένος
, -η, -ο
που έχει
δοκιμαστεί
Μεταφράσεις
[
επεξεργασία
]
δοκιμασμένος
αγγλικά
:
tried
(en)
γαλλικά
:
essayé
(fr)
,
éprouvé
(fr)
,
testé
(fr)
Κατηγορίες
:
Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Νέα ελληνικά
Μετοχές (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
δοκιμασμένος
3 γλώσσες
Προσθήκη θέματος