Μετάβαση στο περιεχόμενο

δολιοφθορά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δολιοφθορά οι δολιοφθορές
      γενική της δολιοφθοράς των δολιοφθορών
    αιτιατική τη δολιοφθορά τις δολιοφθορές
     κλητική δολιοφθορά δολιοφθορές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δολιοφθορά < δόλιος +φθορά < προσαρμογή στα ελληνικά του γαλλικού sabotage

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δολιοφθορά θηλυκό

  • η κρυφή και σκόπιμη πρόκληση ζημιάς σε μηχανήματα, εγκαταστάσεις ή στην ομαλή λειτουργία μιας υπηρεσίας
      H εξάπλωση του Ιντερνετ έφερε την τεχνογνωσία της δικτυοπειρατείας (hacking) στα χέρια απατεώνων, η δράση και τα κίνητρα των οποίων δεν διαφέρουν από αυτά των κοινών εγκληματιών. Οικονομικό όφελος, ξέπλυμα χρήματος, κλοπές, πόλεμος συμφερόντων, δολιοφθορά, κατασκοπεία. (Δικτυοπειρατεία με νέες μεθόδους, εφημ. Καθημερινή, 21/11/2004 )

Ταυτόσημα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]