δολιοφθορά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δολιοφθορά δολιοφθορές
γενική δολιοφθοράς δολιοφθορών
αιτιατική δολιοφθορά δολιοφθορές
κλητική δολιοφθορά δολιοφθορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δολιοφθορά < δόλιος +φθορά < προσαρμογή στα ελληνικά του γαλλικού sabotage

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δολιοφθορά θηλυκό

  1. κρυφή και σκόπιμη πρόκληση ζημιάς σε μηχανήματα, εγκαταστάσεις ή στην ομαλή λειτουργία μιας υπηρεσίας

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]