δολοπλόκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δολοπλόκος δολοπλόκος
δολοπλόκα
δολοπλόκο
γενική δολοπλόκου δολοπλόκου
δολοπλόκας
δολοπλόκου
αιτιατική δολοπλόκο δολοπλόκο
δολοπλόκα
δολοπλόκο
κλητική δολοπλόκε δολοπλόκε
δολοπλόκα
δολοπλόκο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δολοπλόκοι δολοπλόκοι
δολοπλόκες
δολοπλόκα
γενική δολοπλόκων δολοπλόκων δολοπλόκων
αιτιατική δολοπλόκους δολοπλόκους
δολοπλόκες
δολοπλόκα
κλητική δολοπλόκοι δολοπλόκοι
δολοπλόκες
δολοπλόκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δολοπλόκος < αρχαία ελληνική δολοπλόκος < δόλος + πλόκος (< πλέκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleḱ-: πλέκω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɔ.lɔ.ˈplɔ.kɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δολοπλόκος αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]