δολοφόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δολοφόνος δολοφόνοι
γενική δολοφόνου δολοφόνων
αιτιατική δολοφόνο δολοφόνους
κλητική δολοφόνε δολοφόνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δολοφόνος < δόλος + φόνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ðɔ.lɔ.ˈfɔ.nɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δολοφόνος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που σκόπιμα και εκ προμελέτης αφαιρεί τη ζωή κάποιου άλλου
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε προκαλεί το θάνατο πολλών ανθρώπων
  3. (μεταφορικά) ο καταστροφέας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]